Πενταετής επιδότηση για καλλιέργεια αρωματικών φυτών

Πηγή: Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Kέρδος και επιδοτήσεις υπόσχονται απ'ο τα παρακάτω αρωματικά φυτά: 1 Βασιλικός 2 Γιασεμί 3 Γλυκάνισο 4 Δάφνη 5 Δενδρολίβανο 6 Δίκταμος 7 Θυμάρι 8 Κάππαρι 9 Κορίανδρος 10 Κρόκος 11 Κύμινο 12 Λεβάντα 13 Μάραθος 14 Ματσουράνα 15 Μελισσόχορτο 16 Μέντα, 17 Ρίγανη 18 Σάλβια σκλάρεα 19 Σπάρτο 20 Τριανταφυλλιά 21 Τσάϊ του βουνού 22 Υσσωπος 23 Φασκόμηλο 24 Χαμομήλι Πέραν των ελκυστικών αποδόσεων που υπόσχονται ξεπερνώντας υπό προϋποθέσεις τα 2.000 ευρώ το στρέμμα, η καλλιέργεια των συγκεκριμένων φυτών επιδοτείται με στρεμματική ενίσχυση στο πλαίσιο του ενεργού χρηματοδοτικού προγράμματος του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης για τη βιολογική γεωργία. Μάλιστα, η πενταετής επιδότηση για νέους καλλιεργητές που θέλουν να ασχοληθούν με την καλλιέργεια αρωματικών φυτών φτάνει έως 247 ευρώ το στρέμμα. Η καλλιέργεια αρωματικών φυτών μοιάζει να αποτελεί αντίδοτο στις σημερινές δύσκολες συνθήκες που δημιουργεί η οικονομική κρίση, όντας ένας ιδιαίτερα δυναμικός κλάδος της αγροτικής παραγωγής, με μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης. Τα αρωματικά φυτά μπορούν να αποτελέσουν μια καλή εναλλακτική πρόταση, που θα συμβάλει όχι μόνο στη δημιουργία συμπληρωματικού εισοδήματος αλλά και θα εξελιχθεί σε έναν από τους δυναμικούς κλάδους αγροτικής παραγωγής. Παρά το γεγονός ότι η καλλιέργεια των φυτών αυτών στην Ελλάδα είχε ξεκινήσει εδώ και δεκαετίες, εξακολουθεί να θεωρείται ένα νέο σχετικά πεδίο δράσης για τον ελλαδικό χώρο, προσφέροντας μια εναλλακτική δυναμική στον πρωτογενή τομέα, ενώ δίνει ώθηση και στον δευτερογενή τομέα της μεταποίησης.


Δυνατότητες

Οι δυνατότητες ανάπτυξης του κλάδου των αρωματικών φυτών στην Ελλάδα στη βιομηχανία τροφίμων αλλά και στη φαρμακοβιομηχανία και την αρωματοποιία, με την παρασκευή αιθέριων ελαίων, είναι μεγάλες, με την προϋπόθεση βέβαια του σωστού σχεδιασμού και της σφαιρικής αντιμετώπισης του θέματος. Η ανάγκη για αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, ο εκσυγχρονισμός της αγροτικής παραγωγής και η στροφή σε καινοτόμα green και non food products συναντούν στην περίπτωση των αρωματικών φυτών την καλύτερη εκπροσώπησή τους. Υπάρχει μάλιστα ενδιαφέρον για την καλλιέργεια των αρωματικών φαρμακευτικών φυτών ιδιαίτερα ως εναλλακτική της καλλιέργειας καπνού, βαμβακιού, ορισμένων δημητριακών, αλλά και σε ορεινές - ημιορεινές περιοχές. Οι γεωπόνοι που ειδικεύονται στις καλλιέργειες αυτές προτείνουν, πάντως, ο νεοεισερχόμενος παραγωγός να αρχίσει με περισσότερα από ένα είδη. Μπορεί δηλαδή κάποιος να συνδυάσει δύο ή τρία ετήσια φυτά και τέσσερα-πέντε πολυετή φυτικά υλικά. Τα ετήσια δίνουν την εμπειρία μέσω του πλήρους κύκλου της καλλιέργειας κατά το πρώτο έτος, από το πολλαπλασιαστικό υλικό έως τη συγκομιδή. Τα πολυετή φυτά αναπτύσσονται, για να δώσουν το μέγιστο και βέλτιστο της παραγωγής τους, συνήθως μετά τον δεύτερο χρόνο. Δεδομένου ότι οι συνήθεις στρεμματικές αποδόσεις των αρωματικών φαρμακευτικών φυτών στην Ελλάδα μπορούν να κυμαίνονται κατά μέσο όρο από 150 έως 500 ευρώ ή και περισσότερο, ανάλογα με το είδος, το μέγεθος της καλλιεργούμενης έκτασης, προσδιορίζεται και η πρόσοδος. Εκτάσεις τεσσάρων-πέντε συνολικά στρεμμάτων είναι συνήθως πάρα πολύ μικρές για πραγματικά έσοδα, διαθέτοντας χύδην ξηρά αρωματικά φαρμακευτικά φυτά. Για να είναι κερδοφόρες οι πωλήσεις αυτών των υλικών θα πρέπει να επεκταθεί η παραγωγή τους. Τα αρωματικά φυτά χρησιμοποιούνται ως νωπά ή ξηρά φυτικά υλικά -ως έχουν, ή έπειτα από σχετική κατεργασία- ή προορίζονται για περαιτέρω προϊόντα μεταποίησης - υψηλής προστιθέμενης αξίας (αιθέρια έλαια). Ολες οι εργασίες μετά τη συγκομιδή (ξήρανση, κοπή, διαλογή, αποθήκευση κ.ά.) έχουν σημασία γιατί προσδίδουν υπεραξία στο προϊόν, όμως πρέπει να γίνονται με ιδιαίτερη προσοχή και με τα σωστά μέσα, ώστε το τελικό προϊόν να είναι υψηλής ποιότητας.


Συμβουλές για όσους ενδιαφέρονται να ασχοληθούν με τα αρωματικά φυτά:

• Δημιουργία μικρών ευέλικτων ομάδων που θα θελήσουν να δοκιμάσουν διάφορα είδη αρωματικών φυτών. Η καταγραφή των αυτοφυών αρωματικών φυτών στην ευρύτερη περιοχή θα αποτελέσει οδηγό για τα πρώτα υπό δοκιμή είδη καθώς θα είναι πιο εύκολος ο εγκλιματισμός τους στις εδαφοκλιματικές συνθήκες της περιοχής. • Εδαφολογικές αναλύσεις για τη γνώση της ποιότητας των εδαφών αλλά και των ειδών που μπορούν να προσαρμοστούν καλύτερα. • Δοκιμαστικές καλλιέργειες σε μικρή έκταση σε διάφορες περιοχές με συμμετοχή και καθοδήγηση γεωπόνων. • Καταγραφή ημερολογιακά του χρόνου απασχόλησης και προσδιορισμός του κόστους παραγωγής ανά είδος και του καθαρού εισοδήματος που μπορεί να προκύψει για τους παραγωγούς. • Καταγραφή της απόδοσης σε χλωρό και ξηρό βάρος και ποσοτικές και ποιοτικές αναλύσεις των αιθερίων ελαίων. • Ερευνα αγοράς σε Ελλάδα και εξωτερικό • Τελική επιλογή των ειδών που θα καλλιεργηθούν. Τα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά μπορούν να καλλιεργηθούν σε φτωχές, ορεινές και ημιορεινές περιοχές. Τέτοιες εκτάσεις υπάρχουν πολλές στη χώρα μας (περίπου το 44% της συνολικά καλλιεργήσιμης γης) στην οποία υπάρχει η δυνατότητα εκμετάλλευσής τους προκειμένου να αποτελέσουν ένα σοβαρό συμπληρωματικό εισόδημα για τους κατοίκους της υπαίθρου. Σε περιοχές ορεινές και ημιορεινές, η ανταγωνιστικότητα των φυτών αυτών έναντι άλλων καλλιεργειών (κυρίως σιτηρών) είναι δεδομένη.


Οι δικαιούχοι και οι προθεσμίες για τις αιτήσεις

Εως τα τέλη Φεβρουαρίου μπορούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλλουν αιτήσεις για την ένταξη στο πενταετές χρηματοδοτικό πρόγραμμα για νέους καλλιεργητές βιολογικών αρωματικών φυτών. Σκοπός της δράσης αυτής, που εφαρμόζεται σε γεωργικές εκτάσεις με ετήσιες καλλιέργειες και μόνιμες φυτείες που βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία, είναι να καλυφθεί μέρος της απώλειας εισοδήματος και του πρόσθετου κόστους που συνεπάγεται η συμμετοχή των γεωργών στη βιολογική γεωργία.


Νέοι δικαιούχοι μπορούν να κριθούν:

Οι επαγγελματίες αγρότες (κατά κύριο επάγγελμα αγρότες), τα φυσικά δηλαδή πρόσωπα τα οποία είναι εγγεγραμμένα στο μητρώο αγροτών και αγροτικών εκμεταλλεύσεων ως κατά κύριο επάγγελμα αγρότες. Οι κάτοχοι αγροτικής εκμετάλλευσης, τα φυσικά και νομικά δηλαδή πρόσωπα που είναι εγγεγραμμένα στο μητρώο αγροτών με την ιδιότητα αυτή, οι οποίοι επιπλέον πληρούν τις παρακάτω προϋποθέσεις: Φυσικά πρόσωπα: Να λαμβάνουν από την απασχόλησή τους σε αγροτική δραστηριότητα τουλάχιστον το 35% του συνολικού τους ετήσιου εισοδήματος, με εξαίρεση τους απασχολούμενους σε αγροτική δραστηριότητα σε νησιά με πληθυσμό μέχρι 100.000 κατοίκους, για τους οποίους απαιτείται τουλάχιστον το 25% του συνολικού τους ετήσιου εισοδήματος. Νομικά πρόσωπα: Να λαμβάνουν από την απασχόλησή τους σε αγροτική δραστηριότητα τουλάχιστον το 50% του συνολικού τους ετήσιου εισοδήματος και να έχουν νομική προσωπικότητα, όπως αυτή η έννοια ορίζεται στο Εμπορικό Δίκαιο.


Χρήσιμες λεπτομέρειες που πρέπει να γνωρίζουν οι ενδιαφερόμενοι:

Ολοι οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν υποβάλει υποχρεωτικά Αίτηση Ενιαίας Ενίσχυσης (ΑΕΕ) έτους 2011. Τα αγροτεμάχια, βοσκότοποι και ζώα πρέπει να κατέχονται νόμιμα (ιδιόκτητα/μισθωμένα) και να έχουν δηλωθεί υποχρεωτικά στην ΑΕΕ έτους 2011 του υποψηφίου. Για την ένταξη στο πρόγραμμα της βιολογικής γεωργίας, το ελάχιστο αποδεκτό μέγεθος αγροτεμαχίου είναι το 1 στρέμμα ενώ το ελάχιστο μέγεθος της εκμετάλλευσης είναι: • 3 στρέμματα για τις μόνιμες φυτείες • 2 στρέμματα για τις ετήσιες καλλιέργειες • 3 στρέμματα για τις μεικτές εκμεταλλεύσεις (ετήσιες και μόνιμες φυτείες) Δεν επιτρέπεται η αλλαγή των αγροτεμαχίων που εντάχθηκαν στη δράση με άλλα αγροτεμάχια. Σε περίπτωση συγκαλλιέργειας σε ένα αγροτεμάχιο, πρέπει όλες οι καλλιέργειες να είναι επιλέξιμες. Δεν είναι δυνατόν να κριθούν δικαιούχοι των ενισχύσεων, έστω κι αν πληρούν όλες τις προϋποθέσεις, οι ακόλουθες κατηγορίες: • Οσοι έχουν ενταχθεί στο καθεστώς της πρόωρης συνταξιοδότησης ή οι σύζυγοι αυτών • Οσοι έχουν αποκλεισθεί από τις ενισχύσεις των γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων ή δράσεων και για όσο χρόνο ισχύει ο αποκλεισμός • Διάδοχοι πρόωρης συνταξιοδότησης για τους οποίους έχει εκ


Ερευνα αγοράς, εδάφους και κλίματος

ΟΗ διερεύνηση της αγοράς θεωρείται καθοριστική για τα είδη των αρωματικών φαρμακευτικών φυτών που θα επιλεγούν για καλλιέργεια. Ομως και άλλοι παράγοντες πρέπει να εξεταστούν προσεκτικά πριν από την τελική επιλογή και την εμπλοκή με τις καλλιέργειες: Η καταλληλότητα των εδαφών και των κλιματικών συνθηκών. Τα περισσότερα είδη αρωματικών φαρμακευτικών φυτών ευδοκιμούν και σε εδάφη μέτριας γονιμότητας, με PH 6-7. Σημαντικό είναι να διασφαλίζονται η καλή αποστράγγιση και ο αερισμός του εδάφους, που επιτυγχάνεται με την κατάλληλη κατεργασία. Ορισμένα είδη, όπως η λεβάντα, το τσάι του βουνού, ορισμένα είδη φασκόμηλου κ.ά. αποδίδουν την καλύτερη ποιότητα και προσαρμόζονται καλύτερα σε μεγαλύτερα υψόμετρα. Οι κλιματολογικές συνθήκες, και ιδιαίτερα οι χαμηλές θερμοκρασίες και η διάρκεια των παγετών που σημειώνονται στην περιοχή θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη, διότι κάποια είδη είναι ευαίσθητα ή και αντενδείκνυται να καλλιεργηθούν σε παρόμοιες συνθήκες. H διαθεσιμότητα του νερού. Τα περισσότερα είδη μπορούν να καλλιεργηθούν ως ξηρικά, με 1-2 ποτίσματα στη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου, ή και τελείως ξηρικά. Αλλα είδη είναι πολύ περισσότερο απαιτητικά σε νερό.


Δεσμεύσεις δικαιούχων

Οι δικαιούχοι των δύο δράσεων αναλαμβάνουν τις ακόλουθες δεσμεύσεις:

• Εντάσσουν στο σύστημα της βιολογικής παραγωγής του Καν. (ΕΚ) 834/2007 τα αγροτεμάχια με τις καλλιέργειες που επιθυμούν.
• Συνάπτουν συμβόλαιο με εγκεκριμένο Οργανισμό Πιστοποίησης Βιολογικών Προϊόντων και προσκομίζουν στις ελεγκτικές αρχές βεβαίωση του Οργανισμού για την τήρηση των διατάξεων του Καν. (ΕΚ) 834/2007.
• Εφαρμόζουν πιστά τις κατευθύνσεις, προδιαγραφές και τεχνικές της βιολογικής γεωργίας σύμφωνα με τον Καν. (ΕΚ) 834/2007.

Υπερδιπλασιασμός εσόδων με βιολογική συνταγή

Eσοδα που φθάνουν και ξεπερνούν τα 2.000 ευρώ το στρέμμα μπορεί να προσφέρει η βιολογική καλλιέργεια ενός αρωματικού φυτού. Αυτό άλλωστε που καθιστά ελκυστικές τις καλλιέργειες αρωματικών φυτών είναι ότι οι στρεμματικές οικονομικές αποδόσεις υπερδιπλασιάζονται όταν αυτές γίνονται με βιολογικά κριτήρια.

Για παράδειγμα, η οικονομική απόδοση στο θυμάρι είναι σχεδόν τριπλάσια όταν η καλλιέργεια είναι βιολογική, ενώ τα έσοδα ανά στρέμμα σε ετήσια βάση μπορούν να ξεπεράσουν τα 2.000 ευρώ. Το θυμάρι είναι ένας μικρός αρωματικός θάμνος που ανήκει στα πολυετή φυτά με διάρκεια ζωής γύρω στα 7 έτη. Ευδοκιμεί τόσο σε περιοχές θερμές όσο και σε ψυχρές. Αναπτύσσεται σε περιοχές ηλιόλουστες έως μερικά σκιαζόμενες. Σε περιοχές με χαμηλό υψόμετρο και νότια έκθεση παρατηρείται υψηλότερη περιεκτικότητα αιθέριου ελαίου.

Η οικονομική απόδοση στη ρίγανη είναι υπερδιπλάσια όταν η καλλιέργεια είναι βιολογική, τα έσοδα ανά στρέμμα σε ετήσια βάση μπορούν να προσεγγίσουν τα 1.000 ευρώ. Η απόδοση σε χλωρή μάζα ρίγανης φτάνει τα 300-400 κιλά ανά στρέμμα που αντιστοιχεί σε 100-150 κιλά ξηρό βάρος ανά στρέμμα. Η τιμή της ξηρής δρόγης κυμαίνεται από 1,8 ευρώ έως 2,3 ευρώ όταν αφορά σε συμβατική καλλιέργεια και μπορεί να φτάσει τα 6,5 ευρώ όταν πρόκειται για βιολογική καλλιέργεια.

Η αποξηραμένη λεβάντα που προέρχεται από βιολογική καλλιέργεια φθάνει να πωλείται στην εγχώρια αγορά έως 11,5 ευρώ το κιλό, ενώ στις αγορές του εξωτερικού οι τιμές πώλησης είναι σημαντικά υψηλότερες, όταν πληρούνται τα ποιοτικά κριτήρια. Η απόδοση σε χλωρό βάρος λεβάντας τον πρώτο χρόνο είναι 50-100 κιλά ανά στρέμμα, τον δεύτερο 200-250 κιλά ανά στρέμμα και τον τρίτο 300-350 κιλά ανά στρέμμα. Το αιθέριο έλαιο της λεβάντας χρησιμοποιείται στη βιομηχανία τροφίμων όπως ποτά, παγωτά, στην κοσμετολογία, στην αρωματοποιία, στη σαπωνοποιία και στον αρωματισμό χώρων.

Μπορεί η καλλιέργεια της μέντας -όντας αρδευτική- να έχει μεγαλύτερες απαιτήσεις και υψηλότερο κόστος παραγωγής από τις ξηρικές καλλιέργειες της ρίγανης και της λεβάντας, παρόλα αυτά οι αποδόσεις σε έσοδα είναι πολλαπλάσιες, φθάνοντας να ξεπερνούν τις 3.500 ευρώ ανά στρέμμα. Συγκεκριμένα, τιμή της βιολογικής μέντας κινείται στα επίπεδα των 6-7 ευρώ το κιλό. Είναι όμως αρδευόμενη καλλιέργεια και απαιτεί συχνά ποτίσματα. Μάλιστα, την περίοδο του καλοκαιριού μπορεί να χρειαστούν έως και 3 ποτίσματα τη βδομάδα.

Η μέντα ευδοκιμεί σε περιοχές θερμές και ψυχρές. Καλύτερη ανάπτυξη σε περιοχές με εύκρατο κλίμα και δροσερό καλοκαίρι. Απαιτούνται εδάφη καλά αποστραγγιζόμενα, με αρκετή υγρασία, γόνιμα, πλούσια σε οργανική ουσία και μέσης σύστασης. Καλύτερο pH ανάπτυξης 6,5-7,5. Αναπτύσσεται ικανοποιητικά και σε ελαφρώς όξινα εδάφη. Υπερδιπλάσιες οικονομικές αποδόσεις φέρνει και η βιολογική καλλιέργεια βασιλικού έναντι της συμβατικής, με τα έσοδα σε ετήσια βάση να υπερβαίνουν τα 2.000 ευρώ.

Το ετήσιο κόστος για τον βασιλικό υπολογίζεται σε 300 ευρώ ανά στρέμμα δίνοντας καθαρό εισόδημα 800-1.100 ευρώ στην περίπτωση της συμβατικής καλλιέργειας. Ο βασιλικός προτιμά περιοχές ηλιόλουστες μπορεί να αναπτυχθεί και με μερική σκίαση, αλλά τα φυτά δεν είναι εύρωστα. Αναπτύσσεται σε εδάφη μέσης σύστασης, πλούσια σε οργανική ουσία και καλά αποστραγγιζόμενα και έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις σε νερό.

Τα αιθέρια έλαια των φύλλων του βασιλικού περιέχουν, eugenol, eugenal, carvacrol, methyl-chavicol (estragol), limatrol, cariophyllin, ενώ τα αιθέρια έλαια του σπόρου έχουν λιπαρά οξέα και sitosterol. Τα φύλλα αυτού του είδους περιέχουν αιθέριο έλαιο (0,20-1,00%). Η ποσότητα και η ποιότητα αυτών των ελαίων επηρεάζονται πάντως από πολλούς παράγοντες. Με το κόστος της ξηρικής καλλιέργειας γλυκάνισου να μην υπερβαίνει τα 150 ευρώ ανά στρέμμα, η οικονομική απόδοση φθάνει τα 500 ευρώ το στρέμμα ανά έτος. Το γλυκάνισο αναπτύσσεται σε περιοχές με ηπειρωτικό ή εύκρατο κλίμα.

Ολες οι πεδινές και ημιορεινές περιοχές της Ελλάδας όπου το κρύο δεν είναι πολύ έντονο είναι κατάλληλες. Συνήθως η καλλιέργειά του γίνεται χωρίς άρδευση. Το αιθέριο έλαιό του είναι καλύτερο και ακριβότερο από εκείνο του μάραθου γιατί περιέχει περισσότερη ανηθόλη. Το αιθέριο έλαιο παράγεται με απόσταξη στον ατμό και έχει χαρακτηριστική οσμή και γεύση,

Πώς θα γίνουν η φύτευση και η αξιοποίηση

Η εγκατάσταση της καλλιέργειας μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους, ανάλογα με το φυτικό είδος και τα μέσα που διαθέτει ο παραγωγός. Τα περισσότερα είδη πολλαπλασιάζονται με σπόρο και μετά τη δημιουργία των αρχικών φυτωρίων σε υπαίθρια σπορεία ή θερμοκήπια μεταφυτεύονται στο χωράφι το φθινόπωρο ή την άνοιξη. Στην Ελλάδα επιτυχής πρακτική για πολλά, πολυετή κυρίως είδη, είναι η δημιουργία υπαίθριων φυτωρίων αργά το καλοκαίρι και η εγκατάσταση των φυτωρίων στο χωράφι το φθινόπωρο, πριν από τους παγετούς. Αλλα είδη πολλαπλασιάζονται δύσκολα ή και καθόλου με σπόρο, γι' αυτό και επιλέγονται άλλοι τρόποι πολλαπλασιασμού, όπως η δημιουργία μοσχευμάτων, παραφυάδων ή ο πολλαπλασιασμός με ριζώματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι παραγωγοί επιλέγουν την αγορά έτοιμων φυτωρίων από το εμπόριο.

Αγορά

Η αγορά ριζωμάτων και φυτωρίων από τα εξειδικευμένα φυτώρια συχνά κοστίζει αρκετά (αν υπολογιστεί κατά μέσο όρο ότι κοστίζουν περισσότερο από 0,15-0,25 ευρώ ανά φυτό στην Ελλάδα και 0,05-0,18 ευρώ σε εξειδικευμένα φυτώρια της Ευρωπαϊκής Ενωσης). Με μια τυπική πυκνότητα φύτευσης, περίπου 4.000 φυτών ανά στρέμμα, η δαπάνη για το φυτικό υλικό εγκατάστασης μπορεί να είναι περισσότερο από 600-1.000 ευρώ ανά στρέμμα. Στις πολυετείς καλλιέργειες το κόστος για την απόκτηση πολλαπλασιαστικού υλικού βαρύνει κυρίως τον πρώτο χρόνο της καλλιέργειας, καθόσον τα επόμενα χρόνια ο παραγωγός μπορεί από τις έτοιμες φυτείες να δημιουργήσει το δικό του πολλαπλασιαστικό υλικό και να επεκτείνει την καλλιέργεια.