Σοβαρότερες ασθένειες της Αγγουριάς

Πηγές:
  • 1. Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
  • 2. Bayer Ελλάς
  • 3. Καλλιεργώ!
  • 4. E-Thesis, το Ιδρυματικό Καταθετήριο της Βιβλιοθήκης του TEI Κρήτης - Μανουσιδάκη Στεφανία

  • Σοβαρότερες ασθένειες Αγγουριάς

    Ενδεικτικά.
    ΜΥΚΗΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ
    • Αδροφουζαρίωση Fusarium oxysporum f.sp. cucumerinum
    • Αλτερναρίωση Alternaria alternata.
    • Ανθράκωση αγγουριού / Colletotrichum orbiculare
    • Βερτισιλιώσεις Verticillium
    • Βοτρύτης ή Φαιά σήψη Botrytis> cinerea
    • Κλαδοσπορίωση από το μύκητα Fulvia fulva (= Cladosporium fulvum)
    • Περονόσπορος κολοκυνθοειδών Pseudoperonospora cubensis
    • Ωίδιο αγγουριάς / Erysiphe cichoracearum, Sphaerotheca fuliginea, Leveillula taurica

    ΒΑΚΤΗΡΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ
    Βακτηριακό μάραμα του στελέχους (Erwinia carotovora)

    ΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ
    Μωσαϊκό της αγγουριάς (CMV)


    ΜΥΚΗΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ

    Αδροφουζαρίωση - Fusarium oxysporum f. sp. cucumerinum

    Η αδροφουζαρίωση της αγγουριάς είναι ασθένεια του εδάφους, όπου ο μύκητας εγκαθίστανται στα αγγεία του ξύλου (αδρομύκωση), με αποτέλεσμα τα φυτά να γίνονται καχεκτικά ή να αποξηραίνονται.
    Στη χώρα μας προκαλεί σοβαρές ζημιές μόνο σε ντόπιες ποικιλίες αγγουριάς.




    Συμπτώματα
    Το παθογόνο προσβάλλει τα φυτά σε όλα τα στάδια ανάπτυξής τους και προκαλεί προφυτρωτικές-μεταφυτρωτικές τήξεις και αδρομύκωση.
    Στα σπορόφυτα κατά την έκπτυξή τους όταν η εδαφική θερμοκρασία παραμένει για πολύ καιρό στους 15-18οC παρατηρείται επιβράνδυση στην ανάπτυξη και στα υποκοτύλια εμφανίζονται ξερές βυθισμένες κηλίδες.
    Τα φυτάρια σαπίζουν στη βάση του στελέχους. Σε χρόνια εξέλιξη της ασθένειας τα φυτάρια δεν ξεραίνονται αλλά προκαλείται ανωμαλία της κανονικής τους ανάπτυξης.
    Σε ευνοϊκές συνθήκες, στα σημεία προσβολής εμφανίζονται καστανές και ασπριδερές εξανθίσεις που είναι οι καρποφορίες του μύκητα. Στα αγεία του ξύλου εμφανίζεται κιτρινοκαστανός μεταχρωματισμός.
    Στα αναπτυγμένα φυτά, τα χαρακτηριστικά συμπτώματα είναι εκείνα της αποπληξίας ή της ημιπληγίας. Είναι δυνατό στην οξεία μορφή της ασθένειας το προσβεβλημένο φυτό να μαραθεί απότομα μέσα σε λίγες ημέρες από την προσβολή.
    Μερικές φορές μπορεί να μαραθεί μόνο ένας πλάγιος βλαστός. Σπανιότερα εμφανίζεται και το σύμπτωμα της προοδευτικής μάρανσης όπου αρχικά στα κατώτερα φύλλα παρατηρείται βαθμιαίο κιτρίνισμα και μάρανση. Ο μαρασμός γίνεται μόνιμος και επεκτείνεται σε όλο το φυτό με αποτέλεσμα τα φύλλα τελικά να ξεραίνονται.
    Αυτό οφείλεται στις υψηλές θερμοκρασίες, στη ξήρανση και στο φορτίο των καρπών.
    Παθογόνο – Συνθήκες ανάπτυξης
    Ο μύκητας Fusarium oxysporum f.sp. cucumerinum είναι το παθογόνο αίτιο της ασθένειας.
    Διαχειμάζει με τη μορφή χλαμυδοσπορίων στο έδαφος, σε φυτικά υπολείμματα και σε άλλα οργανικά υλικά για πολλά χρόνια.
    Η μακρόχρονη επιβίωση του επιτυγχάνεται χάρη σε αυτά.
    Λόγω της σαπροφυτικής του ικανότητας μπορεί να αναπτυχθεί και να διαιωνιστεί σε διάφορα οργανικά υποστρώματα.
    Το μολυσματικό δυναμικό του μύκητα στο έδαφος αυξάνει πολύ γρήγορα από την πρώτη χρονιά της καλλιέργειας.
    Έτσι, τη δεύτερη χρονιά οι ζημιές είναι πολύ σοβαρές. Τα χλαμυδοσπόρια σχηματίζονται σε θερμοκρασίες από 20–25οC σε αποστειρωμένο έδαφος καθώς και σε θερμοκρασίες από 15–20οC σε μη αποστειρωμένο έδαφος.
    Το παθογόνο παράγει άφθονα χλαμυδοσπόρια στο έδαφος και σποριοδοχεία στα προσβεβλημένα στελέχη.
    Τα χλαμυδοσπόρια μπορούν να διατηρηθούν ζωντανά πολλά χρόνια ακόμα και αν βρίσκονται σε μεγάλο βάθος.
    Η είσοδος του παθογόνου στα φυτά γίνεται από τις ρίζες, από ανοίγματα που δημιουργούνται κατά την ανάπτυξή τους.
    Για την ανάπτυξη της ασθένειας, πρέπει να υπάρχει υψηλή ατμοσφαιρική και χαμηλή εδαφική υγρασία και χαμηλή ένταση φωτισμού.
    Εδάφη που δέχονται πλούσια αζωτούχο λίπανση ευνοούν την ανάπτυξη της αδροφουζαρίωσης.
    Σε θρεπτικό υπόστρωμα το άριστο ανάπτυξης του μύκητα βρίσκεται μεταξύ στους 29οC.
    Όταν οι θερμοκρασίες κυμαίνονται γύρω στους 18-22οC η ασθένεια εμφανίζεται εντονότερα.
    Η μετάδοση της ασθένειας γίνεται με τους σπόρους, το έδαφος, τα μολυσμένα οργανικά υποστρώματα και φυτάρια, το νερό ποτίσματος, τα εργαλεία, τον αέρα και τη βροχή.
    Αντιμετώπιση - Καλλιεργητικά μέτρα
    •Αμειψισπορά για τρία χρόνια.
    •Απομάκρυνση και καταστροφή των φυτικών υπολειμμάτων της προηγούμενης καλλιέργειας.
    •Χρησιμοποίηση υγιούς σπόρου.
    •Το σπορείο πρέπει να μη βρίσκεται κοντά σε καλλιέργεια αγγουριάς. Το υπόστρωμα να είναι απολυμασμένο και να διατηρείται η θερμοκρασία και η υγρασία του σε κανονικά επίπεδα.
    •Διαφυγή της ασθένειας. Δηλαδή καλλιέργεια των φυτών στα θερμοκήπια αργά το Φθινόπωρο ως νωρίς την Άνοιξη, όπου οι κλιματολογικές συνθήκες να μην είναι ευνοϊκές για την ανάπτυξη της ασθένειας.
    •Φύτευση υγιών φυταρίων.
    •Όχι βαθύ παράχωμα κατά τη μεταφύτευση.
    •Απομάκρυνση των φύλλων σε ύψος 40cm βοηθάει το στέγνωμα του εδάφους.
    •Για την προστασία των καρπών πρέπει να αφαιρούνται τα μαραμένα πέταλα και σέπαλα, να αντιμετωπίζονται τα διάφορα έντομα που προκαλούν μικροπληγές και να αποφεύγεται η επαφή των καρπών με το υγρό έδαφος.
    •Καταστροφή των προϊόντων κλαδέματος.
    •Αποφυγή υπερβολικής υγρασίας στη βάση του στελέχους.
    •Όταν στη αζωτούχο λίπανση το άζωτο χρησιμοποιείται με τη νιτρική του μορφή η ασθένεια περιορίζεται.
    •Αύξηση του PH στο 6,5 εμποδίζει την ανάπτυξη του παθογόνου στο έδαφος.
    •Επισήμανση και καταστροφή των ύποπτων και άρρωστων φυτών.
    •Καλλιέργεια ανθεκτικών ποικιλιών και υβριδίων. Όλα τα υβρίδια Ολλανδικού τύπου που κυκλοφορούν στην αγορά είναι ανθεκτικά στην ασθένεια.
    •Εμβολιασμός σε ανθεκτικά υποκείμενα κολοκυνθοειδών δίνει ικανοποιητικά αποτελέσματα (κυρίως Cucurbita maxima x C . moschata).
    Ηλιοαπολύμανση του εδάφους
    Η χρησιμοποίηση αδιαπέραστων πλαστικών αυξάνει την αποτελεσματικότητα της ηλιοαπολύμανσης.

    Αλτερναρίωση Αγγουριάς

    Alternaria solani.
    H αλτερναρίωση είναι ασθένεια του υπέργειου τμήματος και προσβάλλει τα φύλλα της αγγουριάς προκαλώντας την ασθένεια «κηλίδωση των φύλλων από Alternaria». Στη χώρα μας προκαλεί σοβαρές ζημιές στις θερμοκηπιακές καλλιέργειες σε ορισμένες περιοχές.



    Συμπτώματα
    Το παθογόνο προσβάλλει μόνο τα φύλλα της αγγουριάς και εντονότερα αυτά που βρίσκονται στο μεσαίο και ανώτερο τμήμα του φυτού.
    Αρχικά σχηματίζονται νεκρωτικά στίγματα που περιβάλλονται από χλωρωτικό κίτρινο περιθώριο.
    Με το καιρό μεγαλώνουν και μετασχηματίζονται σε νεκρωτικές κηλίδες οι οποίες αργότερα μπορούν να καλύψουν μεγάλο μέρος της επιφάνειας των φύλλων.
    Πολύ γρήγορα γίνονται σκούρες, νεκρώνονται και η επιφάνειά τους μοιάζει με πάπυρο. Σε συνθήκες υψηλής υγρασίας οι προσβλημένες κηλίδες καλύπτονται από καστανόμαυρη εξάνθηση, η οποία αποτελείται από τις καρποφορίες του παθογόνου (κονιδιοφόροι και κονίδια).
    Τα προσβλημένα φύλλα κιτρινίζουν και ξηραίνονται.
    Η αλτερναρίωση, εμφανίζεται σε θερμοκηπιακές καλλιέργειες αργά το Φθινόπωρο μέχρι τον Απρίλιο. .
    Παθογόνο – Συνθήκες ανάπτυξης
    Ο μύκητας Alternaria alternatα f.sp. cucurbitae είναι το παθογόνο αίτιο της ασθένειας.
    Διαχειμάζει με τη μορφή κονιδίων, μυκηλίου και ίσως χλαμυδοσπορίων στα υπολείμματα της καλλιέργειας, σε αυτοφυείς ξενιστές και σε μολυσμένους σπόρους.
    Μπορεί να ζήσει σαπροφυτικά και κάτω από ειδικές συνθήκες να γίνει ισχυρό παθογόνο.
    Η ποσοτική παρουσία του στο περιβάλλον είναι υψηλή γιατί μπορεί και αναπτύσσεται σε πολλά θρεπτικά υποστρώματα.
    Παράγει κονίδια καστανού χρώματος, σε μακριές αλυσίδες πάνω σε ελεύθερους και βραχείς κονιδιοφόρους.
    Τα κονίδια είναι ανθεκτικά στην ξηρασία και στους ανταγωνιστές μικροοργανισμούς.
    Όταν υπάρχουν κατάλληλες συνθήκες περιβάλλοντος ελευθερώνονται και μεταφέρονται με τον αέρα, τη βροχή και τα καλλιεργητικά μέσα προκαλώντας μολύνσεις. Η είσοδός του στα φύλλα γίνεται μέσω των στοματίων ή με διάτρηση της εφυμενίδας.
    Για την ανάπτυξη της ασθένειας σημαντικό ρόλο παίζει η υψηλή υγρασία ή η βροχή καθόσον πρέπει η επιφάνεια του ξενιστή να είναι βρεγμένη ώστε να βλαστήσουν τα κονίδια και να πραγματοποιηθούν οι μολύνσεις.
    Το άριστο της μόλυνσης είναι γύρω στους 25οC. Η καρποφορία ευνοείται από υψηλή υγρασία και θερμοκρασία γύρω στους 20-25οC. Η βροχή, η δροσιά, η άρδευση με καταιονισμό, η υπερβολική αζωτούχος και καλιούχος λίπανση ευνοούν πολύ στην ανάπτυξη της ασθένειας.
    Η προσβολή είναι εντονότερη μεταξύ Δεκέμβρη και Γενάρη, όταν η σχετική υγρασία στα θερμοκήπια κατά τη νύχτα και νωρίς το πρωί βρίσκεται κοντά στον κορεσμό, και τα φυτά δεν είναι πολύ εύρωστα. Η μετάδοση της ασθένειας γίνεται με τον αέρα, τη βροχή, το σπόρο και τα έντομα.
    Αντιμετώπιση - Καλλιεργητικά μέτρα
    Ο μύκητας Leveillula taurica θεωρείται «δύσκολο» παθογόνο γιατί αναπτύσσεται μέσα στους ιστούς (ενδοφυτικά).
    Γι’ αυτό για την αντιμετώπισή του συστήνεται επέμβαση έγκαιρα μόλις εμφανιστεί η ασθένεια κυρίως με κατάλληλα, διασυστηματικά σκευάσματα, που να μπορούν να διεισδύουν μέσα στους φυτικούς ιστούς.

    Απομάκρυνση και καταστροφή των φυτικών υπολειμμάτων της προηγούμενης καλλιέργειας.
    Χρησιμοποίηση υγιούς σπόρου.
    Αραιή φύτευση.
    Σωστό κλάδεμα.
    Αφαίρεση των προσβλημένων καρπών.
    Αποφυγή άρδευσης με καταιονισμό.
    Μείωση της υπερβολικής υγρασίας.
    Σωστό αερισμό (θερμοκήπια με εξαεριστήρες και παράθυρα στην οροφή).

    Βερτισιλλίωση - Verticillium dahliae Αγγουριάς

    Η βερτισιλλίωση είναι ασθένεια του εδάφους, όπου ο μύκητας εγκαθίστανται στα αγγεία του ξύλου (αδρομύκωση) με αποτέλεσμα τα φυτά να γίνονται καχεκτικά ή να αποξηραίνονται.
    Τα προσβεβλημένα φυτά είναι διασκορπισμένα ή σε ομάδες και πολύ σπάνια σε μια σειρά.




    Συμπτώματα
    Το παθογόνο προσβάλλει τα αναπτυγμένα φυτά και προκαλεί ζημιές στα φύλλα, στα αγγεία του ξύλου και στους καρπούς.
    Στα φυλλίδια των φύλων που βρίσκονται στη βάση του φυτού, εμφανίζονται μεσονεύριες χλωρωτικές κηλίδες.
    Στη συνέχεια, οι κηλίδες αυτές μεγαλώνουν και παίρνουν σχήμα V με την κορυφή προς το σημείο πρόσφυσης.
    Οι προσβλημένοι ιστοί του ελάσματος νεκρώνονται και ξεραίνονται.
    Δεν είναι σπάνια και η μονόπλευρη νέκρωση μέρους του μίσχου και του ελάσματος του φύλλου που ξεκινάει από το σημείο πρόσφυσης του μίσχου.
    Στα αγγεία του ξύλου χαρακτηριστικός είναι ο καστανός μεταχρωματισμός, που ξεκινάει από τις ρίζες και προχωράει σε όλο το στέλεχος.
    Τα συμπτώματα αυτά προχωρούν αργότερα προς την κορυφή του φυτού.
    Στα προσβεβλημένα φυτά παρατηρείται τις ζεστές μέρες ακροπέταλη απώλεια σπαργής, η οποία καταλήγει σε πρόσκαιρη μάρανση της κορυφής των φυτών.
    Τα φυτά με μικρή προσβολή επανέρχονται, σε έντονη προσβολή όμως η μάρανση είναι μόνιμη.
    Χαρακτηριστικό της ασθένειας είναι ο βραδύς μαρασμός των φύλλων, που οδηγεί τα φυτά στην κακή ανάπτυξη ή στην ξήρανσή τους.
    Αιτιολογία-Επιδημιολογία
    Ο μύκητας Verticillium dahliae είναι το παθογόνο αίτιο της ασθένειας.
    Διαχειμάζει με τη μορφή μικροσκληρωτίων στο έδαφος, σε φυτικά υπολείμματα και σε αυτοφυή και καλλιεργούμενα φυτά.
    Μπορεί να διατηρηθεί στο έδαφος από 12 έως 24 χρόνια. Η είσοδός του στα φυτά γίνεται δια μέσου των ανέπαφων ριζίδιων ή ριζών, από τα σημεία έκφυσης των ριζών και από τις πληγές που δημιουργούνται από βιοτικούς ή αβιοτικούς παράγοντες.
    Το παθογόνο από τους μεσοκυττάριους ή ενδοκυττάριους χώρους προχωράει στα αγγεία.
    Εκεί αναπαράγονται και τα κονίδια. Μεταφερόμενα με το διαπνευστικό ρεύμα μολύνουν και άλλα σημεία του φυτού.
    Η αντίδραση του φυτού στο παθογόνο είναι η δημιουργία θυλλίδων (tyloses) που αποφράζουν τα αγγεία.
    Άλλες αντιδράσεις υδρόλυσης, οξείδωσης και πολυμερισμού των φαινολικών ενώσεων καταλήγουν στην απόθεση μελανίνης που είναι και το βασικό στοιχείο μεταχρωματισμού των αγγείων.
    Για την ανάπτυξη της ασθένειας πρέπει να υπάρχουν χαμηλές θερμοκρασίες και ημέρες με μικρή φωτοπερίοδο.
    Άριστη θερμοκρασία ανάπτυξης στο έδαφος είναι 23-25 οC. Το παθογόνο επηρεάζεται από τη θερμοκρασία του εδάφους.
    Η συχνή άρδευση ή η βροχή εξαιτίας της μείωσης της θερμοκρασίας του εδάφους κατά τη διάρκεια της θερμής περιόδου ευνοούν την ασθένεια.
    Αναπτύσσεται σε ουδέτερα μέχρι αλκαλικά εδάφη. Η έλλειψη ασβεστίου ή καλίου και η περίσσεια αζώτου καθιστούν τα φυτά ευπαθή στο παθογόνο.
    Η μετάδοση της ασθένειας γίνεται με τα μολυσμένα φυτάρια, τα όργανα πολλαπλασιασμού των προσβεβλημένων φυτών, την επαφή προσβεβλημένων ριζών με υγιείς, το μολυσμένο έδαφος και νερό ποτίσματος, τα εργαλεία, τα έντομα και τους νηματώδεις.
    Αντιμετώπιση
    1. Καλλιεργητικά μέτρα
    • Απομάκρυνση και καταστροφή των φυτικών υπολειμμάτων της προηγούμενης καλλιέργειας.
    • Αποφυγή καλλιέργειας σε εδάφη με πρόσφατο ιστορικό προσβολών από την ασθένεια ή αποφυγή μεταφοράς μολύσματος από θερμοκήπιο σε θερμοκήπιο.
    • Χρησιμοποίηση καθαρών οργανικών υποστρωμάτων στα σπορεία.
    • Η φύτευση να γίνεται με την αύξηση των θερμοκρασιών.
    • Επισήμανση και καταστροφή των ύποπτων και άρρωστων φυτών.
    • Αποφυγή άρδευσης με αλατούχα νερά και συχνής άρδευσης με κρύο νερό κατά τη ζεστή περίοδο.
    • Φυτά που σκιάζονται πρέπει να ποτίζονται λιγότερο.
    • Καταστροφή ζιζανίων.
    • Παράχωμα των ριζών με επιφανειακό έδαφος για τη δημιουργία πρόσκαιρων ριζών.
    • Όταν δε γίνεται απολύμανση του εδάφους αποφυγή βαθέως οργώματος.
    2. Ηλιοαπολύμανση του εδάφους
    Εδαφοκάλυψη με πλαστικό σε συνδυασμό με άλλα μέτρα, μειώνει το μολυσματικό δυναμικό στο έδαφος.

    Βοτρύτης ή Φαιά σήψη Αγγουριάς

    Ο βοτρύτης είναι ευρύτατα διαδεδομένος μύκητας.
    Προσβάλλει πάρα πολλές καλλιέργειες και αποτελεί σοβαρό πρόβλημα και πραγματική απειλή για την εμπορεύσιμη παραγωγή.
    Εκτός από τις ποσοτικές απώλειες υποβαθμίζει και την ποιότητα των προϊόντων, ενώ ζημιώνει την παραγωγή και μετασυλλεκτικά κατά την αποθήκευση και την μεταφορά.
    Προσβάλει όλα τα μέρη του φυτού.
    Στη χώρα μας προκαλεί σοβαρές ζημιές κυρίως στις θερμοκηπιακές καλλιέργειες της αγγουριάς και μετασυλλεκτικές σήψεις στα συγκομισμένα προϊόντα. Αποτελεί πρόβλημα ιδιαίτερα για τις θερμοκηπιακές καλλιέργειες αλλά και για τις υπαίθριες.
    Συμπτώματα

    Το παθογόνο προσβάλλει τα φυτά σε όλα τα στάδια ανάπτυξής τους και δημιουργεί ζημιές σε όλα τα μέρη του φυτού.
    Στα φυτάρια οι προσβολές από βοτρύτη είναι σπάνιες. Προκαλούνται τήξεις ή λιωσίματα, ιδίως όταν το υπόστρωμα συγκρατεί πολύ νερό.
    Στο λαιμό των φυταρίων παρατηρείται χαρακτηριστικό ξερό έλκος που καλύπτεται από γκρίζα εξάνθηση.
    Τα φυτάρια υποφέρουν κυρίως κατά τη μεταφύτευση. Στα φύλλα σχηματίζονται καστανοπράσινες κηλίδες, οι οποίες είναι πιο συχνές στην περιφέρεια.
    Σε ευνοϊκές συνθήκες μεγαλώνουν και δημιουργούν νεκρωτικές περιοχές όπου μέσω των μίσχων εξαπλώνονται στο στέλεχος. Στα στελέχη, η μόλυνση ξεκινά από τις πληγές, όπου σχηματίζονται καστανά επιμήκη έλκη.
    Σε συνθήκες υψηλής σχετικής υγρασίας, οι πληγές καλύπτονται από την πυκνή χαρακτηριστική γκρίζα εξάνθηση, που αποτεκείται από τις καρποφορίες (κονιδιοφόροι και κονίδια) του μύκητα. Οι ζημιές που προκαλούνται στα στελέχη είναι σοβαρές, διότι τα φυτά πάνω από το σημείο προσβολής μαραίνονται και ξεραίνονται.
    Στους καρπούς, η προσβολή ξεκινά συνήθως από τις κορυφές που φέρουν στην άκρη τους ανθικά υπολείμματα, τα οποία αποτελούν την κύρια είσοδο του παθογόνου και άριστη τροφή για αυτό.
    Οι καρποί γίνονται μαλακοί και υδαρείς. Οι προσβλημένες περιοχές καλύπτονται από τη γκρίζα εξάνθηση.
    Τα φυτά γίνονται καχεκτικά, μαραίνονται, ξεραίνονται και οι καρποί υποβαθμίζονται ποιοτικά. Για τις συνθήκες της Κρήτης, η πιο ευνοϊκή περίοδος της ασθένειας είναι από το Νοέμβριο μέχρι τα μέσα της Άνοιξης, όπου έχουμε σημαντικές ζημιές.
    Αιτιολογία-Επιδημιολογία
    Ο μύκητας είναι περισσότερο γνωστός με την ατελή του μορφή, ως Botrytis cinerea (Αδηλομύκητας) και με την εξάνθιση γκρίζου χρώματος (ασθένεια «τεφρά σήψη»).
    Σχηματίζει κονιδιοφόρους με μακρύ ποδίσκο και υαλώδη κονίδια σε σχηματισμό βότρυ στις διακλαδώσεις.
    Στους προσβεβλημένους ιστούς μπορεί να σχηματιστούν επίσης τα μαύρα σκληρώτια του μύκητα.
    Τα κονίδιά του βλαστάνουν σε μεγάλο εύρος θερμοκρασιών (από 1-30 oC) αν και η ιδανική θερμοκρασία είναι 18 oC.
    Είναι ξηροσπόρια και μεταφέρονται κυρίως με τον άνεμο.
    Απελευθερώνονται με έναν υγροσκοπικό μηχανισμό, γι’ αυτό αφθονούν όταν υπάρχουν απότομες μεταβολές της υγρασίας στη διάρκεια της ημέρας.
    Για την βλάστησή τους όμως είναι απαραίτητη η ύπαρξη σταγόνας νερού ή πολύ υψηλής σχετικής υγρασίας (τουλάχιστον 90%).
    Σε θερμοκρασίες 15-20 oC και παρουσία νερού ή υψηλής σχετικής υγρασίας (βροχή ή παρατεταμένος υγρός καιρός) η ανάπτυξη του μύκητα είναι πολύ γρήγορη και η μόλυνση ολοκληρώνεται μέσα σε λίγες ώρες.
    Με την βοήθεια της πλάκας προσκολλήσεως (appressorium) το ράμφος μόλυνσης διαπερνά την εφυμενίδα και την επιδερμίδα των φυτικών κυττάρων.
    Στην φάση αυτή ο μύκητας παράγει ένζυμα που λύνουν την συνέχεια των φυτικών κυττάρων και διευκολύνουν την διείσδυσή του.
    Ο μύκητας εισέρχεται και μολύνει επίσης από τα άνθη.
    Ο βοτρύτης μπορεί να εμφανισθεί δευτερογενώς μετά από προσβολές από έντομα ή από φυσικές ζημιές, π.χ. από χαλάζι, διεισδύοντας από τους ήδη τραυματισμένους ιστούς (οι πληγές των ιστών αποτελούν πύλες εισόδου του βοτρύτη).
    Η τέλεια μορφή του μύκητα Botryotinia fuckeliana ή Sclerotinia fuckeliana αναπτύσσεται από σκληρώτια που βλαστάνουν υπό ειδικές συνθήκες και σχηματίζουν αποθήκια.
    Ο μύκητας διαχειμάζει είτε με τη μορφή σκληρωτίων στο έδαφος ή ως σαπροφυτικό μυκήλιο σε νεκρά υπολείμματα καλλιέργειας ή σε διάφορους ξενιστές.
    Το βασικό μέσο πρόκλησης μολύνσεων είναι τα μακροκονίδια και το μυκήλιο, ενώ δευτερευόντως τα ασκοσπόρια.
    Τα μακροκονίδια χρειάζονται την παρουσία νερού για να βλαστήσουν και δεν επιζούν για πολύ.
    Φυτικοί ιστοί υδαρείς, περίσσεια αζωτούχου λίπανσης, υψηλή πυκνότητα φύτευσης και κακός αερισμός της φυτείας ή μέσα στο θερμοκήπιο, είναι παράγοντες που αυξάνουν την ευαισθησία των φυτών και τις προσβολές από τον βοτρύτη.
    Αντιμετώπιση - Καλλιεργητικά μέτρα
    Ο βοτρύτης (ή σαπίλα) είναι αναμφίβολα πραγματική απειλή για την εμπορεύσιμη παραγωγή, ιδιαίτερα για τις θερμοκηπιακές καλλιέργειες.
    Αυτό γιατί από τη μία η ασθένεια αναπτύσσεται πολύ γρήγορα και από την άλλη η αντιμετώπισή της δεν είναι εύκολη.
    Η παραμικρή καθυστέρηση από την έγκαιρη επέμβαση του βοτρύτη, συνήθως έχει δυσανάλογα σοβαρές επιπτώσεις (απώλεια παραγωγής, δυσκολία αντιμετώπισης, περιορισμένη επιτυχία, παραμονή της ασθένειας σε εστίες μέσα στο θερμοκήπιο και επαναμόλυνση, ανάγκη για περισσότερους και συχνότερους ψεκασμούς, υψηλότερο κόστος).
    Με δυο λόγια ο βοτρύτης, ειδικά μέσα στο θερμοκήπιο, είναι ένα ιδιαίτερο πρόβλημα, στο οποίο επιβάλλεται να δίνουμε ξεχωριστή προσοχή.
    Γενικά συστήνεται για την ορθολογική αντιμετώπιση του βοτρύτη και πρόληψη εμφάνισης ανθεκτικότητας από τον μύκητα να εναλλάσσονται στους ψεκασμούς μυκητοκτόνα με διαφορετικό τρόπο δράσης και από διαφορετικές ομάδες, να γίνεται καλός ψεκασμός, να εφαρμόζονται οι συνιστώμενες δόσεις και να τηρούνται οι οδηγίες που αναγράφονται στη συσκευασία.

    Καλλιεργητικά μέτρα
    •Αραιή φύτευση, με κατεύθυνση από Βορρά προς Νότο.
    •Σε εδάφη με έλλειψη ασβεστίου στα οποία ευνοείται η ασθένεια να γίνεται ασβέστωση με 150-200kg Ca(OH2) στο στρέμμα.
    •Αποφυγή ποτίσματος με τεχνητή βροχή.
    •Αποφυγή πρόσδεσης του σπάγκου υποστύλωσης στο στέλεχος των φυτών.
    •Σωστό κλάδεμα (αφαίρεση πλαγίων βλαστών).
    •Αποφυγή δημιουργίας πληγών στα φυτά.
    •Απομάκρυνση και καταστροφή των προσβλημένων φυτικών τμημάτων.
    •Μείωση της υπερβολικής υγρασίας.
    •Σωστό αερισμό (θερμοκήπια με εξαεριστήρες).
    •Να αποφεύγονται οι μεγάλες διακυμάνσεις θερμοκρασίας οι οποίες συντελούν στη συμπύκνωση των υδρατμών και την επικάθηση σταγονιδίων νερού στα φυτά.
    •Η υψηλή περιεκτικότητα σε διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα εμποδίζει την ανάπτυξη της ασθένειας.
    •Επιπλέον συστήνεται η χρησιμοποίηση ειδικών πλαστικών για κάλυψη των θερμοκηπίων. Χρησιμοποιούνται πλαστικά όπως τα «θερμοπλαστικά» που έχουν μικρή διαπερατότητα στην υπέρυθρη ακτινοβολία υψηλών μηκών κύματος (7-14μm) που οδηγούν κατά την περίοδο του χειμώνα σε αύξηση της θερμοκρασίας με αποτέλεσμα την καλύτερη ανάπτυξη των φυτών και τη μείωση της προσβολής. Επίσης συστήνονται τα “UV blocking films” πλαστικά που απορροφούν την υπεριώδη ακτινοβολία υψηλών μηκών κύματος (<340nm) και παρεμποδίζουν τις δευτερογενείς μολύνσεις και τα “Anti-fogging” πλαστικά τα οποία εμποδίζουν τη συμπύκνωση υδρατμών και το σχηματισμό σταγόνων στην εσωτερική επιφάνεια τους και έχουν μεγαλύτερη διαπερατότητα στο φως στο με αποτέλεσμα την καλύτερη ανάπτυξη των φυτών.

    Κλαδοσπορίωση - Cladosporium cucumerinum Αγγουριάς


    Η κλαδοσπορίωση είναι ασθένεια του υπέργειου τμήματος και μπορεί να προσβάλει όλα τα μέρη του φυτού.
    Στη χώρα μας δεν αποτελεί πρόβλημα στις καλλιέργειες αγγουριάς, λόγω των μη ευνοϊκών συνθηκών για την ανάπτυξη της ασθένειας και της καλλιέργειας ανθεκτικών υβριδίων.



    Συμπτώματα
    Το παθογόνο προσβάλλει φυτά σε όλα τα στάδια ανάπτυξης και δημιουργεί ζημιές στα φύλλα, στελέχη, βλαστούς και καρπούς.
    Στα νεαρά φυτάρια, οι ιστοί γίνονται πολύ γρήγορα υδαρείς και εμφανίζονται κηλίδες όπου σε συνθήκες υψηλής υγρασίας αναπτύσσονται οι καρποφορίες του μύκητα. Συχνά εμφανίζονται και σήψεις.
    Στα φύλλα, σε φυτά μεγαλύτερης ηλικίας, εμφανίζονται υδαρείς, κιτρινοπράσινες κηλίδες, μεταξύ των νεύρων, οι οποίες αργότερα γίνονται κυκλικές ή γωνιώδεις και αποκτούν γκρι ή λευκό χρώμα.
    Οι νεκροί ιστοί στις κηλίδες ξεραίνονται και πέφτουν με αποτέλεσμα στα φύλλα να δημιουργούνται οπές και να παρουσιάζουν έντονα σχισίματα.
    Τα προσβλημένα φύλλα που βρίσκονται στην κορφή του φυτού μπορεί να εμφανίσουν συμπτώματα που μοιάζουν με αυτά που προκαλεί ο ιός του μωσαϊκού.
    Παρόμοιες κηλίδες μπορεί να εμφανιστούν στα στελέχη, τους βλαστούς και τους μίσχους.
    Στους καρπούς μικρής ηλικίας, που προσβάλλονται περισσότερο, εμφανίζονται μικρές υδαρείς πληγές, σαν αυτές που προκαλούν τα νύγματα εντόμων.
    Αργότερα μεγαλώνουν, σκουραίνουν, βυθίζονται και εκκρίνουν κολλώδης ουσία, η οποία ευνοεί την ανάπτυξη βακτηρίων, τα οποία προκαλούν αποσύνθεση των καρπών που συνοδεύεται από δυσάρεστη οσμή.
    Σε συνθήκες υψηλής υγρασίας, καλύπτονται από το σκούρο καστανό βελούδινο στρώμα, που αποτελείται από τις καρποφορίες του μύκητα (κονιδιοφόροι και κονίδια).
    Στους καρπούς μεγαλύτερης ηλικίας, λόγω της αντίδρασης των ιστών στη μόλυνση, σχηματίζεται φελλώδες στρώμα που εμποδίζει την εξάπλωση της και στους καρπούς εμφανίζεται «δερματώδης ξηρή σχάρα».
    Οι έντονα προσβεβλημένοι καρποί παραμορφώνονται. Τυπικό χαρακτηριστικό της ασθένειας είναι η παρουσία σταγόνων κόμμεος. Αποτέλεσμα της προσβολής είναι ότι τα φυτά γίνονται λιγότερο παραγωγικά και οι καρποί ωριμάζουν με δυσκολία.
    Αιτιολογία-Επιδημιολογία
    Ο μύκητας Cladosporium cucumerinum είναι το παθογόνο αίτιο της ασθένειας.
    Διαχειμάζει με τη μορφή κονιδίων ή μυκηλίου στα φυτικά υπολείμματα, στο έδαφος, στους σπόρους και σε διάφορα μέρη των σπορείων και των θερμοκηπίων. Παράγει κονίδια σχεδόν σφαιρικά, μονοκύτταρα ή δικύτταρα, ανοιχτού καστανού ελαιώδους χρώματος, πάνω σε ελεύθερους και βραχείς κονιδιοφόρους.
    Τα σπόρια του παθογόνου είναι πολύ ανθεκτικά στις περιβαλλοντικές συνθήκες, τα έντομα και αντέχουν στη μεταφορά σε μεγάλες αποστάσεις.
    Μεταφέρονται με τον αέρα, τη βροχή, τα καλλιεργητικά μέσα και την επαφή μεταξύ φυτών προκαλώντας μόλυνση. Η είσοδος του μύκητα στα φύλλα γίνεται μέσω των στοματίων ή με διάτρηση της εφυμενίδας.
    Για την ανάπτυξη της ασθένειας πρέπει η σχετική υγρασία να είναι υψηλή (95%) και οι θερμοκρασίες από 22-24οC ώστε να πραγματοποιούνται οι μολύνσεις.
    Γενικά η ασθένεια ευνοείται από υγρό και σχετικά ψυχρό καιρό.
    Η μετάδοση της ασθένειας γίνεται με τον αέρα, τη βροχή, το σπόρο, τα έντομα, τα εργαλεία και το εργατικό προσωπικό.
    Αντιμετώπιση
    Για την αντιμετώπιση του παθογόνου συνιστάται η εφαρμογή μέτρων που μειώνουν την υγρασία και θερμοκρασία στο θερμοκήπιο (π.χ. καλός αερισμός, αραιή φύτευση, πότισμα τις πρωινές ώρες κ.λπ.). Επιπλέον θα πρέπει να απομακρύνονται και να καταστρέφονται τα φυτικό μέρη ή ολόκληρα τα φυτά αμέσως μόλις εμφανιστούν συμπτώματα της ασθένειας. Τέλος, πολύ αποτελεσματικοί εναντίον της ασθένειας είναι οι ψεκασμοί των φυτών με chlorothalonil 50 % SL, chlorothalonil 50 % SC, χαλκό (οξυχλωριούχο) 50 % WP, χαλκό (υδροξείδιο) 50 % WP κ.α. ( Πίνακας 4 ). Οι ψεκασμοί θα πρέπει να γίνονται σύμφωνα με τις οδηγίες των παρασκευαστών.

    Καλλιεργητικά μέτρα
    •Αμειψισπορά, δηλαδή εναλλαγή καλλιεργειών της αγγουριάς με φυτά άλλων βοτανικών οικογενειών, όπου θα επανέρχονται στο ίδιο χωράφι τουλάχιστον μετά από 2 με 3 χρόνια.
    •Απομάκρυνση και καταστροφή των φυτικών υπολειμμάτων της προηγούμενης καλλιέργειας.
    •Χρησιμοποίηση υγιούς σπόρου.
    •Αραιή φύτευση.
    •Διαφυγή της ασθένειας. Το φύτεμα της καλλιέργειας να γίνεται αργά την Άνοιξη, ή νωρίς το Φθινόπωρο, επειδή τότε οι κλιματολογικές συνθήκες δεν ευνοούν την ανάπτυξη της ασθένειας.
    •Επισήμανση και καταστροφή των ύποπτων και άρρωστων φυτών.
    •Σωστό κλάδεμα.
    •Αποφυγή άρδευσης με ψυχρό καιρό.
    •Αποφυγή άρδευσης με καταιονισμό.
    •Μείωση της υπερβολικής υγρασίας.
    •Σωστό αερισμό.
    •Αν το θερμοκήπιο θερμαίνεται να επιδιώκεται η αύξηση της θερμοκρασίας πάνω από τους 25οC γιατί έτσι επιβραδύνεται η εξέλιξη της ασθένειας.
    •Καλλιέργεια ανθεκτικών υβριδίων και ποικιλιών. Αποτελεί τον οικονομικότερο και αποτελεσματικότερο τρόπο για την αντιμετώπιση της ασθένειας.

    Περονόσπορος - Pseudoperomospora cubensis Αγγουριάς

    Ο περονόσπορος είναι μία από τις σοβαρότερες ασθένειες του φυλλώματος των κολοκυνθοειδών.
    Στη χώρα μας προκαλεί σημαντικές ζημιές περισσότερο στις θερμοκηπιακές (Φθινόπωρο – Χειμώνα) και λιγότερο στις υπαίθριες καλλιέργειες της αγγουριάς.




    Συμπτώματα
    Προσβάλλεται η βλάστηση και οι καρποί.
    Το παθογόνο προσβάλλει αρχικά τα παλιά φύλλα της βάσης του φυτού προχωρώντας στα νεότερα φύλλα της κορυφής.
    Στη πάνω επιφάνεια του ελάσματος της αγγουριάς εμφανίζονται αρχικά μικρές ελαιώδεις κηλίδες που μεταβάλλονται σε κίτρινες με σαφώς περιγραμμένα όρια.
    Η οριοθέτηση των κηλίδων από τα νεύρα, τις προσδίδουν γωνιώδη μορφή. Με τον καιρό οι κηλίδες επεκτείνονται στη περιφέρεια και συνενώνονται σε μεγαλύτερα τμήματα.
    Γίνονται καστανές-μπεζ και ξεραίνονται.
    Η νέκρωση των κηλίδων γίνεται από το κέντρο προς τη περιφέρεια. Σε έντονη προσβολή τα φύλλα ξεραίνονται ενώ οι μίσχοι τους παραμένουν πράσινοι πάνω στο στέλεχος.
    Σε συνθήκες υψηλής υγρασίας, στην κάτω επιφάνεια αντίστοιχα προς τις κηλίδες της πάνω επιφάνειας παρατηρούνται υπόλευκες εξανθήσεις που αργότερα (λόγω της ωρίμασης των ζωοσποριαγγειοφόρων) αποκτούν καστανόμαυρο χρωματισμό.
    Η μεγάλη προσβολή των φύλλων είναι δυνατό να προκαλέσει ανθόρροια ή πρώιμη καρπόπτωση. Όσοι καρποί μείνουν δεν είναι εμπορεύσιμοι.
    Έτσι τα φυτά έχουν καχεκτική ανάπτυξη με αποτέλεσμα την υποβάθμιση των καρπών, τη μείωση της παραγωγής και τέλος τη ξήρανσή τους.
    Αιτιολογία-Επιδημιολογία
    Ο μύκητας Pseudoperonospora cubensis είναι το παθογόνο αίτιο της ασθένειας.
    Διαχειμάζει με τη μορφή μυκηλίου, όλο το έτος πάνω σε διάφορους ξενιστές στις θερμές περιοχές, ενώ στις ψυχρές σε φυτά μέσα στο θερμοκήπιο.
    Σχηματίζει μυκήλιο το οποίο αναπτύσσεται στο μεσόφυλλο.
    Από τα στόματα της κάτω επιφάνειας των φύλλων, βγαίνουν σε δέσμες (μέχρι των πέντε) οι ζωοσποριαγγειοφόροι που φέρουν λεμονοειδή ζωοσποριάγγεια, τα οποία μεταφέρονται με τον άνεμο ή τη βροχή προκαλώντας πρωτογενείς και δευτερογενείς μολύνσεις και βλαστάνουν μόνο στις βρεγμένες επιφάνειες παράγοντας, 2-15 ζωοσπόρια.
    Για την ανάπτυξη της ασθένειας, σημαντικό ρόλο παίζουν η υψηλή σχετική υγρασία, ώστε να σχηματιστούν οι ζωοσποριαγγειοφόροι και για να παράγουν ζωοσποριάγγεια τα οποία βλαστάνουν σε θερμοκρασίες από 5-28οC (άριστη 15-22 οC) καθώς και η διάρκεια διαβροχής των φύλλων για να γίνουν οι μολύνσεις με θερμοκρασίες από 16-22 οC πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον 18 ώρες φωτός την ημέρα.
    Γενικά εννοούν ο υγρός και ψυχρός καιρός. Αντίθετα με άλλους περονόσπορους, το παθογόνο αναπτύσσεται και προκαλεί μολύνσεις τόσο στις υψηλές όσο και στις χαμηλές θερμοκρασίες, αρκεί να υπάρχουν συχνές ομίχλες και δρόσος.
    Η μετάδοση της ασθένειας γίνεται με τα εργαλεία, το εργατικό προσωπικό, τη βροχή και τον αέρα.
    Αντιμετώπιση - Καλλιεργητικά μέτρα
    •Απομάκρυνση και καταστροφή των φυτικών υπολειμμάτων της προηγούμενης καλλιέργειας.
    •Απομάκρυνση και καταστροφή των προσβεβλημένων φυτικών τμημάτων.
    •Απομάκρυνση και καταστροφή των φυτών – ξενιστών.
    •Δεν πρέπει να καλλιεργούνται κολοκυνθοειδή κοντά σε παλιές καλλιέργειες.
    •Απολύμανση των εργαλείων κλαδέματος.
    •Αραιό φύτεμα, προς τη φορά του ανέμου για καλύτερο αερισμό.
    •Μείωση της υψηλής σχετικής υγρασίας και διαβροχής των φύλλων.
    •Να αποφεύγεται το πότισμα με τεχνητή βροχή. Ιδιαίτερα δεν πρέπει να γίνεται άρδευση με τον τρόπο αυτό το πρωί ή το βράδυ τις ημέρες δροσιάς.
    •Πότισμα τις πρωινές ώρες.
    •Στραγγισμός των εδαφών.
    •Σωστό κλάδεμα (αφαίρεση πλαγίων βλαστών).
    •Καλός αερισμός (θερμοκήπια με εξαεριστήρες και παράθυρα στην οροφή). Τα θερμοκήπια συνιστάται να κατασκευάζονται με το κατάλληλο εξοπλισμό, ώστε με το συνδυασμό του καλού εξαερισμού και θέρμανσης να αυξάνεται η θερμοκρασία και να μειώνεται η σχετική υγρασία προκειμένου να αναπτύσσονται δυσμενείς συνθήκες για τη μόλυνση. Επίσης να αποφεύγεται το άσπρισμα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
    • Καλλιέργεια ανεκτικών υβριδίων.

    Ωίδιο Αγγουριάς - Podosphaera xanthii

    Το ωίδιο είναι ασθένεια του υπέργειου τμήματος και προσβάλλει όλα τα πράσινα μέρη του φυτού.
    Στη χώρα μας είναι γνωστό ως ασπρίλα ή χολέρα ή αλευράς και προκαλεί σημαντικές ζημιές τόσο στις θερμοκηπιακές όσο και στις υπαίθριες καλλιέργειες της αγγουριάς. Πρόκειται για μια από τις σοβαρότερες ξηροθερμικές ασθένειες.




    Συμπτώματα

    Το ωίδιο προσβάλλει την αγγουριά καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου προκαλώντας ζημιές, το Φθινόπωρο και την Άνοιξη, κυρίως στα πρώτα στάδια ανάπτυξης των φυτών.
    Το συγκεκριμένο παθογόνο είναι εκτοπαράσιτο και προσβάλλει όλα τα πράσινα μέρη του φυτού.
    Σε φυτά στο σπορείο προκαλεί ζημιές στους κοτυληδόνες με αποτέλεσμα την καθυστέρηση στην ανάπτυξή τους.
    Σε αναπτυγμένα φυτά, στα φύλλα της βάσης και των σκιαζόμενων μερών σχηματίζονται αρχικά μικρές, κιτρινωπές κηλίδες που γρήγορα καλύπτονται από τις πυκνές, υπόλευκες, αλευρώδεις εξανθήσεις οι οποίες όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές για την ασθένεια μεγαλώνουν, συνενώνονται και καλύπτουν ολόκληρη την επιφάνεια των φύλλων.
    Μερικές φορές πάνω στις εξανθήσεις εμφανίζονται μαύρα στίγματα, τα κλειστοθήκια που είναι οι εγγενείς καρποφορίες του μύκητα.
    Με τον καιρό τα προσβεβλημένα φύλλα κιτρινίζουν και ξηραίνονται.
    Σε έντονη προσβολή οι καρποί ωριμάζουν πρώιμα και μειώνεται η αφομοιωτική τους επιφάνεια. Η προσβολή από τα ωίδια έχει επίπτωση στη μείωση της παραγωγής και στην υποβάθμιση της ποιότητας των καρπών.
    Αιτιολογία-Επιδημολογία
    Ο μύκητας Podosphaera xanthii είναι το παθογόνο αίτιο της ασθένειας.
    Διαχειμάζει με τη μορφή μυκηλίου και κονιδίων σε φυτά στο θερμοκήπιο και στα αυτοφυή φυτά-ξενιστές είτε με τη μορφή κλειστοθηκίων στα φυτικά υπολείμματα κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
    Σαν εκτοπαράσιτο που είναι αναπτύσσεται στην επιφάνεια του ξενιστή και με ειδικούς μυζητήρες εισχωρεί στα επιδερμικά κύτταρα του φυτού παρασιτώντας το.
    Η λευκή αλευρώδης εξάνθηση, που αναπτύσσεται στα φυτικά μέρη, αποτελείται από το μυκήλιο και τους κονιδιοφόρους οι οποίοι φέρουν στην άκρη τους υαλώδη μονοκύτταρα βαρελοειδή κονίδια σε απλές αλυσίδες.
    Τα κονίδια μεταφέρονται με τον άνεμο (ξηροσπόρια) και τα έντομα προκαλώντας μολύνσεις.
    Εισχωρούν στο φύλλο από τα στόματα.
    Για την ανάπτυξη της ασθένειας δε φαίνεται να παίζουν σημαντικό ρόλο η σχετική υγρασία εφόσον η βλάστηση των κονιδίων και οι μολύνσεις των φυτών μπορούν να γίνουν ακόμη και σε χαμηλή σχετική υγρασία με θερμοκρασίες από 10-30οC καθώς και η παρουσία στρώματος νερού στις φυτικές επιφάνειες. Άριστες θερμοκρασίες για την ανάπτυξη της ασθένειας είναι από 20-27οC.
    Για το λόγο αυτό ζημιές προκαλούνται σε ψυχρές ή ζεστές υγρές περιοχές αλλά περισσότερο στα θερμά και ξηρά κλίματα. Η μετάδοση της ασθένειας γίνεται με τον άνεμο και τα έντομα.
    Αντιμετώπιση
    • Σε παλιές καλλιέργειες πρέπει να αποφεύγεται η άμεση εγκατάσταση νέων.
    • Καταστροφή των ζιζανίων.
    • Απομάκρυνση των προσβεβλημένων φύλλων.
    • Επεμβάσεις με εκχυλίσματα του φυτού Reynoutria sachalinensis (κυκλοφορεί με το εμπορικό όνομα Milsana στο εξωτερικό αλλά όχι στη χώρα μας) συντελούν στην καλύτερη ανάπτυξη των φυτών και στην αύξηση της παραγωγής και δρούν σε κάποιο βαθμό εναντίον του ωιδίου.
    • Ψεκασμοί ή σκονίσματα με θειούχα σκευάσματα που πρέπει να γίνονται πολύ νωρίς το πρωί ή νωρίς το βράδυ σε θερμοκρασία από 20-30οC περίπου (το θείο <18οC δεν είναι αποτελεσματικό και >30οC προκαλεί εγκαύματα στα φυτά).
    • Προσθήκη πυριτικού καλίου, σε μικρές δόσεις, στο λιπαντικό διάλυμα.
    • Καλλιέργεια ανεκτικών υβριδίων.

    ΒΑΚΤΗΡΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ

    Βακτηριακή σήψη του στελέχους - Erwinia carotοvora

    Η βακτηριακή σήψη του στελέχους είναι αδροβακτηρίωση και προσβάλλει όλα τα μέρη του φυτού. Στη χώρα μας προκαλεί σοβαρές ζημιές στις θερμοκηπιακές καλλιέργειες αγγουριάς και μετασυλλεκτικά στους καρπούς.




    Συμπτώματα
    Το παθογόνο προσβάλλει φυτά σε όλα τα στάδια ανάπτυξης και όλα τα μέρη. Η ασθένεια εκδηλώνεται στα θερμοκήπια κατά το χειμώνα και σε φυτά που βρίσκονται σε σημεία του θερμοκηπίου που υπάρχει πολύ υψηλή υγρασία.
    Στα φύλλα παρατηρείται κιτρίνισμα και μαρασμός. Στα στελέχη σχηματίζονται ανοιχτά έλκη.
    Σε κατά μήκος τομή του στελέχους παρατηρείται εσωτερικά καστανός μεταχρωματισμός των αγγείων και υγρή σήψη από την οποία εκκρίνεται παχύρρευστο, δύσοσμο βακτηριακό υγρό που αναδίδει χαρακτηριστή δύσοσμη μυρωδιά.
    Στους καρπούς σχηματίζονται μαλακές, υδαρείς περιοχές και σήψεις μετασυλλεκτικά.
    Αιτιολογία-Επιδημιολογία
    Το βακτήριο Erwinia carotovora είναι το παθογόνο αίτιο της ασθένειας.
    Είναι προαιρετικό αναερόβιο, ραβδοειδές με περίτριχα μαστίγια και ανήκει στη κατηγορία των κατά Gram αρνητικών βακτηρίων.
    Διατηρείται στο έδαφος, σε μολυσμένα φυτικά υπολείμματα και στα εργαλεία.
    Η είσοδός του στα φυτά γίνεται μέσω των ριζών και στους καρπούς μέσω των πληγών.
    Για την ανάπτυξη της ασθένειας πρέπει ο καιρός να είναι βροχερός και να υπάρχει υψηλή εδαφική υγρασία.
    Αναπτύσσεται σε μεγάλο εύρος θερμοκρασιών με άριστη τους 22οC.Η μετάδοση της ασθένειας γίνεται με τις καλλιεργητικές εργασίες.
    Αντιμετώπιση της ασθένειας - Καλλιεργητικά μέτρα
    • Απομάκρυνση και καταστροφή των φυτικών υπολειμμάτων της προηγούμενης καλλιέργειας.
    • Αραιή φύτευση.
    • Επισήμανση και καταστροφή των ύποπτων και άρρωστων φυτών.
    • Σωστό κλάδεμα.
    • Το κόψιμο των καρπών να γίνεται με ξερό καιρό. Σε αντίθετη περίπτωση πρέπει να γίνεται αμέσως μετά τη συγκομιδή επέμβαση με χαλκούχα σκευάσματα.
    • Επεμβάσεις μετά το κλάδεμα με χαλκούχα σκευάσματα. Για τις σήψεις του στελέχους η επάλειψη των ελκών με χαλκούχο δίνει ικανοποιητικά αποτελέσματα.
    Εξαιρετική αποτελεσματικότητα έχει και κατευθυνόμενος ψεκασμός στη βάση του στελέχους με χαλκούχα μυκητοκτόνα.
    • Αποφυγή τραυματισμού των καρπών και να υπάρχουν κατάλληλες συνθήκες κατά την αποθήκευση τους.
    • Απολύμανση των εργαλείων με φορμόλη ή οινόπνευμα ή χλωρίνη.
    • Μείωση της υπερβολικής υγρασίας.
    • Καλός αερισμός (θερμοκήπια με εξαεριστήρες).


    ΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ

    Μωσαϊκό της αγγουριάς Παθογόνο: CMV

    Το μωσαϊκό της αγγουριάς προσβάλλει φυτά σε όλα τα στάδια ανάπτυξης.
    Στη χώρα μας προκαλεί λιγότερες ζημιές στις καλλιέργειες αγγουριάς, λόγω της καλλιέργειας ανθεκτικών υβριδίων.





    Συμπτώματα
    Το παθογόνο προσβάλλει τα φύλλα και τους καρπούς των φυτών.
    Τα συμπτώματα εξαρτώνται από το είδος και την ποικιλία του ξενιστή, τη φυλή του ιού και τις συνθήκες του περιβάλλοντος.
    Στα νεαρά φυτά προκαλεί νανισμό ή αποξήρανση. Στα αναπτυγμένα φυτά, στα φύλλα εμφανίζεται μωσαϊκό ή ποικιλοχλώρωση και παραμορφώσεις όπως στένωση, κατσάρωμα και συστροφή του ελάσματος προς τα κάτω.
    Στους καρπούς εμφανίζεται στην επιφάνεια τους μωσαϊκό ή ποικιλοχλώρωση, με ελαφρά βυθισμένες κηλίδες.
    Οι καρποί παραμορφώνονται και γίνονται μικρότεροι σε μέγεθος.
    Η παραγωγή μειώνεται και υποβαθμίζεται ποιοτικά και πολλές φορές έχουμε την καταστροφή της καλλιέργειας.

    Αιτιολογία-Επιδημιολογία

    Ο ιός CMV είναι το παθογόνο αίτιο της ασθένειας. Ανήκει στο γένος Cucumoriruς.
    Τα σωματίδια του είναι ισομετρικά (εικοσοεδρικά), διαμέτρου περίπου 28 mm με 4 μονονηματικά είδη RΝΑ.
    Διατηρείται στα πολυετή ζιζάνια, στα καλλιεργούμενα φυτά και στα υπολείμματα των καλλιεργειών.
    Ο χρόνος επώασης του ιού στα νεαρά φυτά, είναι 4 με 5 ημέρες και στα αναπτυγμένα 18 με 20 ημέρες.
    Ο βαθμός μετάδοσης του ιού εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως το στέλεχος του ιού, το βιότυπο του εντόμου-φορέα και τις συνθήκες του περιβάλλοντος.
    Για την ανάπτυξη της ασθένειας πρέπει να υπάρχει υψηλή θερμοκρασία και μεγάλη ηλιοφάνεια. Η μετάδοση της ασθένειας γίνεται με το σπόρο, μηχανικά και με τις αφίδες Myzus persicae, Macrosiphum euphorbiae και Aulacorthum solani με μη έμμονο τρόπο.
    Αντιμετώπιση

    • Επισήμανση και καταστροφή των ύποπτων και άρρωστων φυτών.
    • Καταστροφή των ζιζανίων.
    • Συστηματική καταπολέμηση των αφίδων-φορέων. Εδαφοκάλυψη με αλουμινόχαρτο ή με φύλλα πλαστικού μειώνει τον αριθμό των αφίδων.
    • Χρήση εντομοστεγών δικτύου στα θερμοκήπια.
    • Απολύμανση των εργαλείων.
    • Αποφυγή καλλιέργειας κοντά σε ευπαθή κηπευτικά ή καλλωπιστικά.
    • Καλλιέργεια ανθεκτικών υβριδίων.

    Δείτε σχετικά :

  • Ασθένειες Φυτών